Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

cado < πρωτοϊταλική *kadō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱad- (πέφτω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

cado (la)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία