Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κυρίαρχος η κυρίαρχη το κυρίαρχο
      γενική του κυρίαρχου της κυρίαρχης του κυρίαρχου
    αιτιατική τον κυρίαρχο την κυρίαρχη το κυρίαρχο
     κλητική κυρίαρχε κυρίαρχη κυρίαρχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κυρίαρχοι οι κυρίαρχες τα κυρίαρχα
      γενική των κυρίαρχων των κυρίαρχων των κυρίαρχων
    αιτιατική τους κυρίαρχους τις κυρίαρχες τα κυρίαρχα
     κλητική κυρίαρχοι κυρίαρχες κυρίαρχα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυρίαρχος < μεσαιωνική ελληνική κυρίαρχος < κύριος + ἄρχω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κυρίαρχος, -η, -ο

  1. που έχει την κυριαρχία, που κυριαρχεί, που έχει την εξουσία, αποφασίζει και ορίζει, ελέγχει καταστάσεις
    ο κυρίαρχος λαός, ο κυρίαρχος των θαλασσών
    βλέπε και κύριος, αφέντης, ρυθμιστής
  2. (για κράτη) ανεξάρτητος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία