Arrows blue.png Δείτε επίσης: άρχω

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄρχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂érgʰ- (ἄρχω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἄρχω

  1. αρχίζω
    ἄρχεται λέγων - αρχίζει να μιλάει
  2. διοικώ, κυβερνώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία