Άνοιγμα κυρίου μενού
Arrows blue.png Δείτε επίσης : αρχι-

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀρχι- < ἄρχω

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

ἀρχι-

  1. άκλιτο και αχώριστο α΄ συνθετικό όπως και το ἀρχε- σε λέξης μεταγενέστερες που προσδίδει σε αυτές την έννοια του κυρίαρχου, του πρώτου στη σειρά, του επικεφαλής
    ἀρχιερεύς (ο πρώτος των ιερέων)
    ἀρχίκλωψ (ο αρχικλέφτης, ο λήσταρχος)
    ἀρχίμιμος (ο αρχηγός των μίμων, ο πρώτος υποκριτής του θεάτρου)
    ἀρχιτέκτων (ο επικεφαλής των τεκτόνων, ο επιβλέπων)