Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄρχων < μετοχή ενεστώτα του ρήματος ἄρχω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄρχων

  1. Ουσιαστικοποιημένη μετοχή. Ο ηγέτης, ο κυβερνήτης, ο άρχοντας, ο επικεφαλής, αυτός που ἄρχει
    ἄρχοντί τ᾽ ἄρχων καὶ κασιγνήτῳ κάσις, ἐχθρὸς σὺν ἐχθρῷ (άρχοντας εναντίον άρχοντα, αδελφός εναντίον αδελφού, και εχθρός εναντίον εχθρού)
    πολυάνδρου δ᾽ Ἀσίας ἄρχων (της πολυάνθρωπης Ασίας ηγέτης)
  2. επίσημος τίτλος, αρχικά στην Αθήνα και στη Σπάρτη
    οἱ ἐννέα ἄρχοντεςτης Αθήνας, δηλαδή ο Ἄρχων ή ἐπώνυμος άρχων (που έδινε το όνομά του στη χρονιά), ο πολέμαρχος, ο βασιλεύς και οι έξη θεσμοθέτες
    οι έφοροι στη Σπάρτη
    οι κυβερνήτες περιοχών που ανήκαν στην Αθηναϊκή ή Δηλιακή Συμμαχία
    (μεταγενέστερα) ο διευθύνων συναγωγή στα πρώτα χριστιανικά χρόνια
    (μεταγενέστερα) ο Ρωμαίος διοικητής (praefectus)


  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία