Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἔφορος, εύφορος, εὔφορος, Έφορος, Ἔφορος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έφορος έφοροι
γενική εφόρου εφόρων
αιτιατική έφορο εφόρους
κλητική έφορε έφοροι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έφορος < αρχαία ελληνική ἔφορος (1. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική percepteur)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έφορος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (οικονομία) που δουλεύει σε μια εφορία ή (κυρίως) είναι προϊστάμενός της
  2. προϊστάμενος ή επόπτης μιας υπηρεσίας
  3. (ιστορία) καθένας από τους πέντε ενός σώματος αρχόντων στην αρχαία Σπάρτη, ιεραρχικά αμέσως μετά τους βασιλείς, με αρμοδιότητες εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής
  4. (θρησκεία) προστάτης (άγιος} μονής ή (σπάνιο) πολιούχος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία