Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄκων ἄκοντε ἄκοντες
Γενική ἄκοντος ἀκόντοιν ἀκόντων
Δοτική ἄκοντι ἀκόντοιν ἄκουσι
Αιτιατική ἄκοντα ἄκοντε ἄκοντας
Κλητική ἄκον ἄκοντε ἄκοντες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. ἄκων (ουσιαστικό) < ἀκή
  2. ἄκων (επίθετο) < ἀέκων < ἀ- + ἑκών

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄκων αρσενικό

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄκων ἄκουσα ἆκον ἄκοντες ἄκουσαι ἄκοντα
Γενική ἄκοντος ἀκούσης ἄκοντος ἀκόντων ἀκουσῶν ἀκόντων
Δοτική ἄκοντι ἀκούσῃ ἄκοντι ἄκουσι(ν) ἀκούσαις ἄκουσι(ν)
Αιτιατική ἄκοντα ἄκουσαν ἆκον ἄκοντας ἀκούσας ἄκοντα
Κλητική ἆκον ἄκουσα ἆκον ἄκοντες ἄκουσαι ἄκοντα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἄκοντε ἀκούσα
Γενική-Δοτική ἀκόντοιν ἀκούσαιν

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἄκων, ἄκουσα, ἆκον

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία