Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακόντιο τα ακόντια
      γενική του ακόντιου
ακοντίου
των ακόντιων
ακοντίων
    αιτιατική το ακόντιο τα ακόντια
     κλητική ακόντιο ακόντια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
ψαράς στηρίζεται στο ακόντιό του

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακόντιο < αρχαίο ἀκόντιον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈkon.dio/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακόντιο ουδέτερο

  1. όπλο που αποτελείται από μακρύ ξύλινο κοντάρι, με μεταλλική συνήθως αιχμή, και εκτοξεύεται με το χέρι και χρησιμοποιούνταν στο κυνήγι ή στον πόλεμο (οπότε λεγόταν δόρυ)
  2. (αθλητισμός) ξύλινο κοντάρι που χρησιμοποιείται στον ακοντισμό
  3. (συνεκδοχικά) ο ακοντισμός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία