Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀρχή < ἄρχω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀρχή θηλυκό
  1. εξουσία, κράτος, ανώτερη διοικητική θέση, υπούργημα
    Διὸς ἀρχά
    ἀρχή ἄνδρα δείξει (η εξουσία δείχνει την ποιότητα του άνδρα)
  2. απαρχή
    εἴρηται, τὸ μὴ ἅμα ἀρχῇ πᾶν τέλος καταφαίνεσθαι (λένε πως η αρχή δεν αποκαλύπτει το τέλος ενός πράγματος)
  3. πρωταρχικό στοιχείο της φιλοσοφίας
    Ἡράκλειτος τὴν ἀρχήν εἶναί φησι ψυχήν
    Ἀρχή παιδεύσεως ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις (Αρριανός, Επικτήτου Διατριβαί, αναφερόμενος στον Αντισθένη[1])
  4. αφορμή, αιτία
    αὗται δὲ αἱ νέες ἀρχὴ κακῶν ἐγένοντο Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροισι
  5. πρώτα από όλα, κυρίως, κατ' αρχήν, πρωτίστως
    ἀρχήν γὰρ ἐγὼ μηχανήσομαι... - πρωτίστως εγώ θα βρω τρόπο να...
    ἐξ ἀρχῆς και κατ᾽ ἀρχάς (επιρρηματικά)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ReferencesΕπεξεργασία

  1. «Ἀντισθένης δ' οὐ λέγει; καὶ τίς ἐστιν ὁ γεγραφὼς ὅτι "ἀρχὴ παιδεύσεως ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις" ; » Αρριανός, Επικτήτου Διατριβαί αναφερόμενος στον Αντισθένη