Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυριαρχία κυριαρχίες
γενική κυριαρχίας κυριαρχιών
αιτιατική κυριαρχία κυριαρχίες
κλητική κυριαρχία κυριαρχίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυριαρχία < μεσαιωνική ελληνική κυριαρχία (από τον 5ο αιώνα)[1] > κυρίαρχος + -ία > κύριος + ἄρχω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ci.ɾi.aɾˈçi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κυριαρχία θηλυκό

  1. η εξουσία, η δυνατότητα να ορίζει μια ομάδα ή άτομο καταστάσεις με απόλυτο τρόπο
  2. το δικαίωμα της πολιτείας να ασκεί εξουσία στα εσωτερικά της ζητήματα και να καθορίζει την εξωτερικη της πολιτική
    η εθνική κυριαρχία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. κυριαρχία - Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). greek‑language.gr - η Πύλη για την ελληνική γλώσσα (του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας).