Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

sovereign (en)

  1. κυρίαρχος (ανεξάρτητος)
    a sovereign nation - κυρίαρχο έθνος
  2. κυριαρχικός, ηγεμονικός
    Greece will defend its sovereign rights- Η Ελλάδα θα υπερσπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sovereign (en)