Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ηγεμονικός ηγεμονική ηγεμονικό
γενική ηγεμονικού ηγεμονικής ηγεμονικού
αιτιατική ηγεμονικό ηγεμονική ηγεμονικό
κλητική ηγεμονικέ ηγεμονική ηγεμονικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ηγεμονικοί ηγεμονικές ηγεμονικά
γενική ηγεμονικών ηγεμονικών ηγεμονικών
αιτιατική ηγεμονικούς ηγεμονικές ηγεμονικά
κλητική ηγεμονικοί ηγεμονικές ηγεμονικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηγεμονικός < αρχαία ελληνική ἡγεμονικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ηγεμονικός -ή -ό

  1. που αναφέρεται σε έναν ηγεμόνα
    ηγεμονικό αξίωμα
  2. που ταιριάζει σε έναν ηγεμόνα
    ηγεμονική αμοιβή : πολύ μεγάλη
    ηγεμονικό δώρο: μεγαλοπρεπές ή πολύ μεγάλης αξίας, ένδειξη γενναιοδωρίας
  3. (μεταφορικά) ο αλαζονικός στην χρήση εξουσίας ή τυραννικός ηγέτης
  4. (μεταφορικά) αδιαμφισβήτητα ο επικρατέστερος ή ο πιο αρχηγικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία