Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυριαρχώ < κυρίαρχος

  ΡήμαΕπεξεργασία

κυριαρχώ (παθητική φωνή κυριαρχούμαι)

  1. γίνομαι κύριος και εξουσιαστής επάνω σε κάτι, το ελέγχω απόλυτα
    συνώνυμα: δεσπόζω, εξουσιάζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία