Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυριεύω < αρχαία ελληνική κυριεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κυριεύω, παθητικό κυριεύομαι, παθητική μετοχή κυριευμένος

τον κυρίευσε ο θυμός και δεν ήξερε τι έλεγε

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία