Arrows blue.png Δείτε επίσης: καταλαβαίνω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταλαμβάνω < αρχαία ελληνική καταλαμβάνω < κατά + λαμβάνω (3,4. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική occuper. 5. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική emparer)

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταλαμβάνω (παθητική φωνή: καταλαμβάνομαι)

  1. αποκτώ τον έλεγχο ενός χώρου που προηγουμένως δεν μου ανήκε
  2. εντοπίζω (ξαφνικά) κάποιον να κάνει κάτι (ενίοτε επιλήψιμο)
  3. λαμβάνω κάποιο αξίωμα ή θέση
  4. καλύπτω κάποια έκταση, τοπική ή χρονική
  5. (μεταφορικά) κυριεύω, πιάνω
    Μ’ έχει καταλάβει μανία καταδιώξεως.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Σημείωση: Οι συνοπτικοί τύποι χωρίς εσωτερική αύξηση (θέμα καταλαβ) ταυτίζονται με τους τύπους του ρήματος καταλαβαίνω.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία