Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προκαταλαμβάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προκαταλαμβάνω < προ- + καταλαμβάνω < κατα- + λαμβάνω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préoccuper) [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾo.ka.ta.laɱˈva.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προ‐κα‐τα‐λαμ‐βά‐νω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προκαταλαμβάνω, αόρ.: προκατέλαβα, παθ.φωνή: προκαταλαμβάνομαι, π.αόρ.: προκαταλήφθηκα, μτχ.π.π.: προκατειλημμένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προκαταλαμβάνω < προ- + καταλαμβάνω < κατα- + λαμβάνω

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία