Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική επιλήψιμος επιλήψιμη επιλήψιμο
γενική επιλήψιμου επιλήψιμης επιλήψιμου
αιτιατική επιλήψιμο επιλήψιμη επιλήψιμο
κλητική επιλήψιμε επιλήψιμη επιλήψιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιλήψιμοι επιλήψιμες επιλήψιμα
γενική επιλήψιμων επιλήψιμων επιλήψιμων
αιτιατική επιλήψιμους επιλήψιμες επιλήψιμα
κλητική επιλήψιμοι επιλήψιμες επιλήψιμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιλήψιμος < επιλαμβάνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιλήψιμος, -η, -ο

  • αυτός που δίνει δια λόγου, ή έργου, αφορμή για μομφή.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία