Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κυρά οι κυρές
      γενική της κυράς των κυρών
    αιτιατική την κυρά τις κυρές
     κλητική κυρά κυρές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυρά < μεσαιων. ελλην. παραφθορά του κυρία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κυρά θηλυκό

  • κυρία
η κυρά της Καρύταινας,η κυρά της Ρώ, ιστορικά πρόσωπα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία