Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χοντροπόδαρος < χοντρό + ποδάρι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χοντροπόδαρος, -η, -ο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία