Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χοντρόφλουδος η χοντρόφλουδη το χοντρόφλουδο
      γενική του χοντρόφλουδου της χοντρόφλουδης του χοντρόφλουδου
    αιτιατική τον χοντρόφλουδο τη χοντρόφλουδη το χοντρόφλουδο
     κλητική χοντρόφλουδε χοντρόφλουδη χοντρόφλουδο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χοντρόφλουδοι οι χοντρόφλουδες τα χοντρόφλουδα
      γενική των χοντρόφλουδων των χοντρόφλουδων των χοντρόφλουδων
    αιτιατική τους χοντρόφλουδους τις χοντρόφλουδες τα χοντρόφλουδα
     κλητική χοντρόφλουδοι χοντρόφλουδες χοντρόφλουδα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χοντρόφλουδος < χοντρός + φλούδα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χοντρόφλουδος, -η, -ο

  1. που έχει χοντρή, παχειά φλούδα
  2. (μεταφορικά) επιφανειακός, επιπόλαιος, εγωιστής

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία