Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χοντρόφλουδος < χοντρός + φλούδα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χοντρόφλουδος, -η, -ο

  1. που έχει χοντρή, παχειά φλούδα
  2. (μεταφορικά) επιφανειακός, επιπόλαιος, εγωιστής

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία