Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χοντροφοβία οι χοντροφοβίες
      γενική της χοντροφοβίας
    αιτιατική τη χοντροφοβία τις χοντροφοβίες
     κλητική χοντροφοβία χοντροφοβίες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χοντροφοβία < χοντρ(ός) + -ο- + -φοβία, απόδοση για την αγγλική fatphobia < fat + αρχαία ελληνική -φοβία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xon.dɾo.foˈvi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χο‐ντρο‐φο‐βί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χοντροφοβία θηλυκό

  • η αντιπάθεια και η αποδοκιμασία των παχύσαρκων ατόμων
    ※  Η υγεία καθίσταται έτσι μια πρόφαση που επιφανειακά αποκρύπτει τη χοντροφοβία, καθώς προβλήματα υγείας έχουν όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως πάχους, πολλές φορές ακόμη και εκείνοι που παίζουν το παιχνίδι σύμφωνα με τους ενδεδειγμένους κανόνες διατροφής και άσκησης, όμως τα δικά τους προβλήματα υγείας τα βλέπουμε ως κάτι που προκύπτει οργανικά, από τη φύση, και όχι σαν μια εσφαλμένη ατομική επιλογή, την οποία πρέπει να ψέξουμε.
    «Χοντροφοβία και Υγεία», Ναι,Είσαι Μισογύνης (16 Απριλίου 2021)· πρόσβαση: 2021-11-27.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία