Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ποδιστήρ ποδιστῆρε ποδιστῆρες
Γενική ποδιστῆρος ποδιστήροιν ποδιστήρων
Δοτική ποδιστῆρι ποδιστήροιν ποδιστῆρσι(ν)
Αιτιατική ποδιστῆρα ποδιστῆρε ποδιστῆρας
Κλητική ποδιστήρ ποδιστῆρε ποδιστῆρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποδιστήρ < ποδίζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ποδιστήρ

  1. που μπλέκεται στα πόδια, μάλλον για μακρύ ρούχο
  2. είδος τρίποδα