Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ποδεών ποδεῶνε ποδεῶνες
Γενική ποδεῶνος ποδεώνοιν ποδεώνων
Δοτική ποδεῶνι ποδεώνοιν ποδεῶσι(ν)
Αιτιατική ποδεῶνα ποδεῶνε ποδεῶνας
Κλητική ποδεών ποδεῶνε ποδεῶνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποδεών < πούς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποδεών αρσενικό

  1. το στόμιο ασκού και ο λαιμός του
  2. κάτω γωνία ιστίου
  3. τα άκρα δοράς ζώου (π.χ. τα άκρα της λεοντής του λεονταριού)
  4. κάθε στενό τμήμα γης
  5. στον πληθυντικό, είδος υποδήματος