Δείτε επίσης: ὑπόδημα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υπόδημα τα υποδήματα
      γενική του υποδήματος των υποδημάτων
    αιτιατική το υπόδημα τα υποδήματα
     κλητική υπόδημα υποδήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπόδημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπόδημα < ὑποδέω < ὑπό + δέω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈpo.ði.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υ‐πό‐δη‐μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπόδημα ουδέτερο

  1. (υπόδηση, λόγιο) παπούτσι
  2. (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε φοριέται στο πόδι (κάτω μέρος) για κάλυψη και προστασία του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

όπως:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία