Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάλυψη καλύψεις
γενική κάλυψης
& καλύψεως
καλύψεων
αιτιατική κάλυψη καλύψεις
κλητική κάλυψη καλύψεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλυψη < καλύπτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάλυψη θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καλύπτω
  2. η κατάσταση του καλύπτομαι
  3. κάτι που χρησιμοποιώ για να αποκρύψω την ταυτότητά μου ή να περάσω απαρατήρητος

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία