Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχοινί σχοινιά
γενική σχοινιού σχοινιών
αιτιατική σχοινί σχοινιά
κλητική σχοινί σχοινιά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχοινί < αρχαία ελληνική σχοινίον (υποκοριστικό του σχοῖνος)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sçi.ˈni/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχοινί ουδέτερο και σκοινί

  1. υλικό κατασκευασμένο από μακριές, εύκαμπτες ίνες, συνήθως φυτικές ή συνθετικές

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • σε τεντωμένο σχοινί: επικίνδυνη κατάσταση ή κατάσταση που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς
  • στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σχοινί: λέγεται όταν κάποιος αναφέρεται σε κάτι που στην παρούσα στιγμή μπορεί να προσβάλλει ή απλά να θίξει ή όταν θέλουμε να υπονοήσουμε πως κάποιος κατηγορεί κάποιον για πράξεις που έχει κάνει και ο ίδιος ή για κάτι που είναι ταμπού στην προκείμενη κατάσταση
  • το έδεσε (ή το πάει ή το πήρε) σχοινί-κορδόνι: λέγεται για κάποιον που επαναλαμβάνει με ενοχλητικό τρόπο κάτι
  • του σχοινιού και του παλουκιού: λέγεται για άνθρωπο του υποκόσμου
  • τραβάω ή παρατραβάω ή τεντώνω το σχοινί: εξωθώ μια κατάσταση στα άκρα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία