Ελληνικά (el) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πόδας < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πόδας αρσενικό

  1. (λόγιο) το πόδι
  2. (μετρική) σύνολο δύο ή περισσότερων συλλαβών που συγκροτούν μία μετρική μονάδα
    λόγιο: πους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία