Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πολύποδας οι πολύποδες
      γενική του πολύποδα των πολυπόδων
    αιτιατική τον πολύποδα τους πολύποδες
     κλητική πολύποδα πολύποδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɔ.ˈli.pɔ.ðas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολύποδας αρσενικό

  1. υδρόβιο κοιλεντερωτό ζώο, που ανήκει στα ζωόφυτα, με σώμα που έχει πολλά πόδια που ξεκινούν γύρω από το στόμα.
  2. μικρό ογκίδιο το οποίο είναι προσκολλημένο στο βλεννογόνο του οργάνου στο οποίο βρίσκονται. Τις περισσότερες φορές είναι καλοήθες στη διάγνωσή του, υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται να είναι κακοήθες. Τις περισσότερες φορές, εντοπίζεται σε όργανα όπως λάρυγγας, ιγμόρεια, χοληδόχος κύστη, ουροδόχος κύστη και παχύ έντερο. Κατά κανόνα, όλοι οι πολύποδες που παρουσιάζονται οπουδήποτε στο ανθρώπινο σώμα πρέπει να αφαιρούνται προληπτικά και να στέλλονται για ιστολογική εξέταση, η οποία και καθορίζει οριστικά κατά πόσον ο αφαιρεθείς πολύποδας, είναι καλοήθης ή κακοήθης.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία