Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

foot (en) (πληθυντικός: feet)

  1. πόδι, το τμήμα κάτω από τον αστράγαλο
    elephants have very large flat feet
  2. το πόδι ενός αντικειμένου
    one of the chair's feet was broken
  3. πόδι, μονάδα μέτρησης μήκους
    there are three feet in a yard, and a little more than three feet in a meter
  4. μια ομάδα συλλαβών από ένα στίχο που ακολουθεί ένα μέτρο
  5. το κατώτερο μέρος, π.χ. ενός βουνού ή μιας σελίδας
  6. το μέρος ενός κρεβατιού, τάφου, κλπ στο οποίο βάζει κανείς τα πόδια
    the dog lay at the foot of the bed sleeping

ΕκφράσειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

foot < αγγλική football

  ΠροφοράΕπεξεργασία

foot 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

foot (fr) αρσενικό

jouer au foot - παίζω ποδόσφαιρο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία