Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποδιαῖος < πούς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ποδιαῖος,α,ον (και ποδιεῖος)

  1. που έχει μήκοςπλάτος ή ύψος )ενός ποδός
  2. ναυτικός χειρισμός του ιστίου από τους πόδες