Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ιστίο τα ιστία
      γενική του ιστίου των ιστίων
    αιτιατική το ιστίο τα ιστία
     κλητική ιστίο ιστία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιστίο < αρχαία ελληνική ἱστίον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιστίο ουδέτερο

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία