Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέδιλον < αρχαία ελληνική πέδιλον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέδιλον ουδέτερο

  1. (καθαρεύουσα) το πέδιλο



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ πέδιλον τὰ πέδιλ
      γενική τοῦ πεδίλου τῶν πεδίλων
      δοτική τῷ πεδίλ τοῖς πεδίλοις
    αιτιατική τὸ πέδιλον τὰ πέδιλ
     κλητική ! πέδιλον πέδιλ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πεδίλω
γεν-δοτ τοῖν  πεδίλοιν
2η κλίση, ομάδα 'πρόσωπον', Κατηγορία όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέδιλον < πέδη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέδιλον ουδέτερο ( αιολικός τύποςπέδιλλον )

  1. το σανδάλι, το πέδιλο
  2. κάθε υπόδημα, ακόμα κι αν κάλυπτε όλο το πόδι έως το γόνατο
  3. (μεταφορικά) μέτρο, ρυθμός ή ίσως μόνον ο δωρικός, για όποιον έγραφε σε δωρικό ρυθμό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ἐν τούτῳ πεδίλῳ πόδ᾽ ἔχειν (:να μπεις στη θέση του άλλου -Πίνδαρος)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία