Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δωρικός η δωρική το δωρικό
      γενική του δωρικού της δωρικής του δωρικού
    αιτιατική τον δωρικό τη δωρική το δωρικό
     κλητική δωρικέ δωρική δωρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δωρικοί οι δωρικές τα δωρικά
      γενική των δωρικών των δωρικών των δωρικών
    αιτιατική τους δωρικούς τις δωρικές τα δωρικά
     κλητική δωρικοί δωρικές δωρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δωρικός < αρχαία ελληνική δωρικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δωρικός -ή -ό

  1. σχετικός με τους Δωριείς
  2. (μεταφορικά) λιτός, σοβαρός και επιβλητικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία