Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική Δωριεύς Δωριεῖ Δωριεῖς
Γενική Δωριέως και Δωριῶς Δωριέοιν Δωριέων και Δωριῶν
Δοτική Δωριεῖ Δωριέοιν Δωριεῦσι(ν)
Αιτιατική Δωριέα και Δωρι Δωριεῖ Δωριέας και Δωριᾶς
Κλητική Δωριεῦ Δωριεῖ Δωριεῖς

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Δωριεύς < Δῶρος, γιος του Ἕλληνα

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Δωριεύς αρσενικό

  • που ανήκει στη φυλή των Δωριέων
  • αντρικό όνομα
    Δωριεύς Ῥόδιος τὸ δεύτερον ἐνίκα (Θουκυδ. Ιστ. 3.8.2.1)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία