Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σανδάλι τα σανδάλια
      γενική του σανδαλιού των σανδαλιών
    αιτιατική το σανδάλι τα σανδάλια
     κλητική σανδάλι σανδάλια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
τρία είδη σανδαλιών

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σανδάλι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σανδάλιον < σάνδαλον (που προφερόταν με [nd]) + κατάληξη υποκοριστικού -ιον [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sanˈða.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σαν‐δά‐λι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σανδάλι και σαντάλι ουδέτερο

  • (υπόδηση) υπόδημα που αποτελείται από επίπεδο λεπτό πέλμα το οποίο δένεται στο πόδι με κορδόνια ή λεπτές λωρίδες δέρματος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία