Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πέδη οι πέδες
      γενική της πέδης των (πεδών)
    αιτιατική την πέδη τις πέδες
     κλητική πέδη πέδες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέδη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέδη
 
Σύστημα πέδης - φρένα σε τρένο.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpe.ði/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πέ‐δη
τονικό παρώνυμο: παιδί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέδη θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέδη < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pṓds (από την ίδια ρίζα με τα πέζα και πούς (γενική: ποδ-ός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέδη θηλυκό

  1. αλυσίδα με την οποία δένονται τα πόδια ανθρώπου ή ζώου, για να εμποδιστεί η κίνησή του
  2. κόσμημα για τον αστράγαλο
    «ἀμφὶ δὲ ποσσὶ πέδας ἔβαλε χρυσεία»

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία