Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέδη < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pṓds (από την ίδια ρίζα με τα πέζα και πούς (γενική: ποδ-ός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πέδη θηλυκό

  1. αλυσίδα με την οποία δένονται τα πόδια ανθρώπου ή ζώου, για να εμποδιστεί η κίνησή του
  2. κόσμημα για τον αστράγαλο
    «ἀμφὶ δὲ ποσσὶ πέδας ἔβαλε χρυσεία»

  ΠηγέςΕπεξεργασία