Δείτε επίσης: Αλυσίδα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
μέρος μιας σιδερένιας αλυσίδας (1)
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλυσίδα οι αλυσίδες
      γενική της αλυσίδας των αλυσίδων
    αιτιατική την αλυσίδα τις αλυσίδες
     κλητική αλυσίδα αλυσίδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλυσίδα < αρχαία ελληνική ἅλυσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλυσίδα θηλυκό

  1. σειρά μεταλλικών κρίκων συνδεδεμένων μεταξύ τους
    φορούσε λεπτές χρυσές αλυσίδες στο λαιμό
  2. σύνολο καταστημάτων με το ίδιο όνομα τα οποία η ίδια εταιρία διαχειρίζεται
    δεν συχνάζω τις μεγάλες αλυσίδες, προτιμώ τα μικρά γειτονικά μαγαζιά
  3. σειρά πραγμάτων που συνδέονται ή εξαρτώνται το ένα από το άλλο
    τροφική αλυσίδα, αλυσίδα γεγονότων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

ΜεγεθυντικάΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία