Δείτε επίσης: ἄλυσις

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἅλυσις ἁλύσει ἁλύσεις
Γενική ἁλύσεως ἁλυσέοιν ἁλύσεων
Δοτική ἁλύσει ἁλυσέοιν ἁλύσεσι(ν)
Αιτιατική ἅλυσιν ἁλύσει ἁλύσεις
Κλητική ἅλυσι ἁλύσει ἁλύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἅλυσις < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἅλυσις θηλυκό

  1. αλυσίδα
  2. δεσμά
  3. αλυσίδα (γυναικείο κόσμημα)
  4. (ερωτικό) δέσιμο