Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο κρίκος οι κρίκοι
γενική του κρίκου των κρίκων
αιτιατική τον κρίκο τους κρίκους
κλητική κρίκε κρίκοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρίκος < αρχαία ελληνική κρίκος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɾi.kɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρίκος αρσενικό

  1. μεταλλικός χαλκάς.
  2. πληθυντικός κρίκοι όργανο της γυμναστικής.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία