Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κυκλικός η κυκλική το κυκλικό
      γενική του κυκλικού της κυκλικής του κυκλικού
    αιτιατική τον κυκλικό την κυκλική το κυκλικό
     κλητική κυκλικέ κυκλική κυκλικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κυκλικοί οι κυκλικές τα κυκλικά
      γενική των κυκλικών των κυκλικών των κυκλικών
    αιτιατική τους κυκλικούς τις κυκλικές τα κυκλικά
     κλητική κυκλικοί κυκλικές κυκλικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυκλικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ci.kliˈkos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κυκλικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχήμα κύκλου
  2. που χαρακτηρίζεται από εναλλαγή μερικών στοιχείων μεταξύ τους (κύκλο)
    η κυκλική εναλλαγή των εποχών
  3. (χημεία) για ένωση της οποίας το μόριο έχει έναν δακτύλιο
    κυκλικοί υδρογονάνθρακες
  4. (μαθηματικά) αριθμός με επαναλαμβανόμενα ψηφία σε αλληλουχία (κυκλικό ψηφίο ή ψηφία)
    0,3333333333..... με κυκλικό ψηφίο τον αριθμό 3
    1,25252525252525...... με κυκλικά ψηφία τον αριθμό 25

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία