Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μέταλλο τα μέταλλα
      γενική του μετάλλου των μετάλλων
    αιτιατική το μέταλλο τα μέταλλα
     κλητική μέταλλο μέταλλα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέταλλο < αρχαία ελληνική μέταλλον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέταλλο ουδέτερο

  1. χημικό στοιχείο που υπερτερεί από τα άλλα (αμέταλλα) στη στερεότητα, το ειδικό βάρος, τη λάμψη, την αντοχή και είναι καλός αγωγός της θερμότητας και του ηλεκτρισμού
  2. (μεταφορικά) ευκρινής, καθαρός τόνος φωνής


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία