Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmɛ.ta.lɔn/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέταλλον ουδέτερο

(καθαρεύουσα)δείτε τη λέξη μέταλλο



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέταλλον < μεταλλάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέταλλον ουδέτερο

  1. ορυχείο, μεταλλείο (πρωταρχική αρχαία ελληνική σημασία)
    ἁλὸς μέταλλον = ορυχείο αλατιού (Ηρόδοτος, 4.185)
  2. μέταλλο (μεταγενέστερη αρχαία ελληνική σημασία, που μεταφέρθηκε και στην Νέα Ελληνική)