Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συναρπαγή οι συναρπαγές
      γενική της συναρπαγής των συναρπαγών
    αιτιατική τη συναρπαγή τις συναρπαγές
     κλητική συναρπαγή συναρπαγές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συναρπαγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συναρπαγή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συναρπαγή θηλυκό

  1. η αρπαγή κάποιου πράγματος μαζί με κάτι άλλο
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναρπάζω
     συνώνυμα: καταγοήτευση, σαγήνευση
  3. (γλωσσολογία) γλωσσική διαδικασία δημιουργίας σύνθετης λέξης από τις λέξεις που αποτελούν μία φράση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Όροι γλωσσολογίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική συναρπαγή αἱ συναρπαγαί
      γενική τῆς συναρπαγῆς τῶν συναρπαγῶν
      δοτική τῇ συναρπαγ ταῖς συναρπαγαῖς
    αιτιατική τὴν συναρπαγήν τὰς συναρπαγᾱ́ς
     κλητική ! συναρπαγή συναρπαγαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  συναρπαγᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  συναρπαγαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συναρπαγή < αρχαία ελληνική συναρπάζω (συν- + ἁρπαγ- (ἁρπάζω) +

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συναρπαγή θηλυκό

  1. (ελληνιστική κοινή) η αρπαγή πραγμάτων από κοινού με άλλους
  2. (ελληνιστική κοινή) απροσεξία, απερισκεψία
  3. (ελληνιστική κοινή) αδιαφορία

  ΠηγέςΕπεξεργασία