Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταλλεία < μεταλλάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεταλλεία θηλυκό

  1. αναζήτηση και εξόρυξη μεταλλευμάτων, εκμετάλλευση ορυκτών πόρων, μεταλλευτική (αρχαία ελληνική λέξη που έχει μεταφερθεί ως λόγια και στα Νέα Ελληνικά)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταλλεία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεταλλεία θηλυκό

  1. αναζήτηση και εξόρυξη μεταλλευμάτων
  2. υπόγειος οχετός