Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκμεταλλεύομαι < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκμεταλλεύομαι (el)

  1. αρχική σημασία, κυριολεκτικά: χρησιμοποιώ πλουτοφόρα πηγή για να αντλήσω κέρδος
    • χρησιμοποιώ ή επιστρατεύω πόρο (πλούτο, προσόν, χάρισμα, δυναμική κτλ.)
  2. στατιστικά συχνότερη χρήση, μεταφορικά: χρησιμοποιώ κάποιον ή κάτι ιδιοτελώς και αθέμιτα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία