Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εκμετάλλευση οι εκμεταλλεύσεις
      γενική της εκμετάλλευσης
& εκμεταλλεύσεως
των εκμεταλλεύσεων
    αιτιατική την εκμετάλλευση τις εκμεταλλεύσεις
     κλητική εκμετάλλευση εκμεταλλεύσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκμετάλλευση < ἐκμετάλλευσις στην καθαρεύουσα < < μέταλλο (Βγάλσιμο του μετάλλου από το μετάλλευμα που το περιέχει και που υπάρχει σε φυσική κατάσταση)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εκμετάλλευση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία