↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θεμιτός η θεμιτή το θεμιτό
      γενική του θεμιτού της θεμιτής του θεμιτού
    αιτιατική τον θεμιτό τη θεμιτή το θεμιτό
     κλητική θεμιτέ θεμιτή θεμιτό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θεμιτοί οι θεμιτές τα θεμιτά
      γενική των θεμιτών των θεμιτών των θεμιτών
    αιτιατική τους θεμιτούς τις θεμιτές τα θεμιτά
     κλητική θεμιτοί θεμιτές θεμιτά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
θεμιτός < αρχαία ελληνική θεμιτός < θέμις < τίθημι

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /θe.miˈtos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /θe.miˈti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /θe.miˈto/ ουδέτερο

  Επίθετο

επεξεργασία

θεμιτός -ή -ό

  1. σύμφωνος προς τις αρχές του δικαίου ή τα έθιμα
  2. που επιτρέπεται από το νόμο

Συνώνυμα

επεξεργασία

Αντώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική θεμιτός θεμιτή τὸ θεμιτόν
      γενική τοῦ θεμιτοῦ τῆς θεμιτῆς τοῦ θεμιτοῦ
      δοτική τῷ θεμιτ τῇ θεμιτ τῷ θεμιτ
    αιτιατική τὸν θεμιτόν τὴν θεμιτήν τὸ θεμιτόν
     κλητική ! θεμιτέ θεμιτή θεμιτόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ θεμιτοί αἱ θεμιταί τὰ θεμιτᾰ́
      γενική τῶν θεμιτῶν τῶν θεμιτῶν τῶν θεμιτῶν
      δοτική τοῖς θεμιτοῖς ταῖς θεμιταῖς τοῖς θεμιτοῖς
    αιτιατική τοὺς θεμιτούς τὰς θεμιτᾱ́ς τὰ θεμιτᾰ́
     κλητική ! θεμιτοί θεμιταί θεμιτᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ θεμιτώ τὼ θεμιτᾱ́ τὼ θεμιτώ
      γεν-δοτ τοῖν θεμιτοῖν τοῖν θεμιταῖν τοῖν θεμιτοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
θεμιτός < θέμις < τίθημι

  Επίθετο

επεξεργασία

θεμιτός -ή -ό

  1. σύμφωνος με τους ανθρώπινους ή θείους νόμους
  2. δίκαιος
  3. όσιος

Συνώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία