Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δίκαιος η δίκαια το δίκαιο
      γενική του δίκαιου της δίκαιας του δίκαιου
    αιτιατική τον δίκαιο τη δίκαια το δίκαιο
     κλητική δίκαιε δίκαια δίκαιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δίκαιοι οι δίκαιες τα δίκαια
      γενική των δίκαιων των δίκαιων των δίκαιων
    αιτιατική τους δίκαιους τις δίκαιες τα δίκαια
     κλητική δίκαιοι δίκαιες δίκαια
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίκαιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίκαιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δίκαιος

  • σύμφωνος με το σωστό και το νόμιμο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίκαιος < δίκη < δείκνυμι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δίκαιος

  1. που συμμορφώνεται με τις συνήθειες, τους θεσμούς και τους κανόνες
  2. ισορροπημένος, ομοιόμορφος

  ΠηγέςΕπεξεργασία