Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταλλίτης < αρχαία ελληνική μεταλλίτης < μέταλλον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεταλλίτης αρσενικό

  1. εκείνος/η (μεταλλίτις) που περιέχει μέταλλο
    μεταλλίτης σωρός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία