Δείτε επίσης: ΠΟΥ, πού, ποῦ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

που < μεσαιωνική ελληνική πού < αρχαία ελληνική ὅπου

  ΜόριοΕπεξεργασία

που

  1. αναφορικό· αντικαθιστά στο λόγο όλους τους κλιτικούς τύπους αντωνυμίας ο οποίος
    ο άνθρωπος που (=τον οποίο) είδα στο δρόμο ήταν ένας παλιός μου φίλος
    τα παιδιά που (=τα οποία) με χαιρέτησαν ήταν παλιοί μαθητές μου
  2. ως ειδικός σύνδεσμος
    με ξάφνιασε που (=το ότι) σε είδα έτσι ξαφνικά μετά από τόσα χρόνια
  3. ως αιτιολογικός (αποτελεσματικός) σύνδεσμος
    χαίρομαι που (=διότι) σε βλέπω ξανά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία




Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

που < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

που

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

που < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

που (εγκλιτικό < πού)

  1. (τοπικό επίρρημα) οπουδήποτε, κάπου
  2. σε κάποιο βαθμό, κάπως

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία